9/01/2018

Η Ενέργεια που κάνει τα πάντα να βλασταίνουν, που φουσκώνει τα μπουμπούκια και, την κατάλληλη εποχή, τα μεταμορφώνει σε λουλούδια

Image result for ADVENTURE
Η πρώτη ιστορία που της διηγήθηκε ο Άνθρωπος ήταν η δική του. Μέχρι τότε, πέρα απ’ το να τους θεωρεί ένα πιθανό γεύμα ή έναν ενδεχόμενο κίνδυνο, η Τίγρη δεν ήξερε τίποτα για τη ζωή των ανθρώπων, δεν είχε καν δει ποτέ ούτε ένα απ’ τα μικρά τους. Σιγά σιγά, ακούγοντάς τον, μάθαινε και για εκείνο τον κόσμο. Όσο περισσότερο μιλούσε ο Άνθρωπος για τον εαυτό του, τόσο περισσότερο η Τίγρη νόμιζε πως μιλούσε για κείνη. Και οι δύο είχαν απογοητεύσει τους γονείς τους, και οι δύο είχαν αρνηθεί να γίνουν αυτό που, λόγω της παράδοσης και της φύσης τους, θα έπρεπε να γίνουν.

Ένα βράδυ, σε μια στιγμή σιωπής, άκουσαν έναν αδύναμο θόρυβο που ερχόταν από το τραπέζι δίπλα τους. Κρικ, κρικ, κρικ. «Το ακούς;» ρώτησε ο Άνθρωπος. «Τι είναι;» «Ένα σαράκι. Είναι ένα ζώο τόσο μικρό, που δεν το φαντάζεσαι καν. Είναι εκεί μέσα και, αργά αργά, με υπομονή, τρώει όλο το τραπέζι. Μια μέρα θα ακουμπήσω ένα πιάτο και ολόκληρο το έπιπλο θα καταρρεύσει, θα μετατραπεί σ’ ένα σωρό πριονίδια». «Τι ιστορία είναι πάλι αυτή;» ρώτησε η Τίγρη. «Μια ιστορία που μας αφορά». «Μπορούν να μας επιτεθούν τα σαράκια;» «Όχι στο σώμα, στην ψυχή. Εσύ είσαι μια τίγρη με σαράκι, εγώ ένας άνθρωπος με σαράκι».

«Τι σε κάνει να το λες αυτό;» «Επειδή δεν είσαι ευχαριστημένη, όπως δεν είμαι κι εγώ». «Ευχαριστημένη; Τι εννοείς;» «Δεν αποδέχεσαι τα πράγματα όπως είναι, ακόμα κι αν είναι λάθος, ακόμα κι αν σε φέρνουν προς τον θάνατο αντί για τη ζωή». «Μα πεθαίνει κανείς έτσι κι αλλιώς». «Ο θάνατος του πνεύματος μπορεί να επέλθει πολύ νωρίτερα από αυτόν του σώματος». «Οπότε;» «Όποιος έχει το σαράκι μέσα του αναζητεί πάντα έναν άλλο ορίζοντα». «Γιατί;» «Γιατί πίσω από έναν κόσμο διαισθάνεται πάντα έναν άλλο».

Η Τίγρη το συλλογίστηκε. Αυτή δεν ήταν τάχα η ψυχική της κατάσταση από τη μέρα που άφησε τη φωλιά; Δεν είχε νιώσει ποτέ πως της ανήκε μια περιοχή. Δεν είχε σταματήσει στιγμή να περπατάει προς την Ανατολή, προς τη χώρα όπου ανατέλλει ο Ήλιος. Γιατί, λοιπόν, το είχε κάνει αν όχι από τη βαθιά και μυστηριώδη πεποίθηση ότι, πέρα απ’ τον ορίζοντα, κρυβόταν ένας άλλος κόσμος, κι ότι εκείνος ο κόσμος, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, την αφορούσε;

«Εσύ ακόμα δεν ξέρεις, αλλά νιώθεις ότι θες να μάθεις», παρατήρησε ο Άνθρωπος. «Αντιλαμβάνεσαι τη φλόγα μέσα σου και δεν ξέρεις πού κρύβεται η φωτιά που την προκάλεσε. Δεν είναι έτσι;» «Έτσι είναι, ναι…» παραδέχτηκε σκεφτική η Τίγρη. Στη διάρκεια εκείνου του παρατεταμένου χειμώνα, η Τίγρη και ο Άνθρωπος γνωρίστηκαν όπως κανείς άλλος. Όταν το χιόνι άρχισε να στάζει από τη στέγη, ο Άνθρωπος είπε: «Τώρα πια είμαστε όπως ένα χέρι και το γάντι του». Η Τίγρη είχε μάθει να αναγνωρίζει όλους τους αόρατους κατοίκους της Τάιγκας. Υπήρχαν ξωτικά, φαντάσματα και δαίμονες. Ο Άνθρωπος είχε μάθει όλες τις ιστορίες τους από τον πατέρα του και από τον παππού του. Και οι δυο τους είχαν υπάρξει σπουδαίοι Σαμάνοι, έμπαιναν κι έβγαιναν από άλλες διαστάσεις όπως οι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν από τις πόρτες.

«Θα μπορούσα να τα καλέσω μ’ ένα σφύριγμα, και μεμιάς θα έπεφταν στα πόδια μου», της εμπιστεύτηκε μια φορά. «Και γιατί δεν το κάνεις;» «Γιατί ανάμεσα στην ελευθερία και τη δύναμη, έχω επιλέξει την ελευθερία». Η Τίγρη δεν ήταν ακόμα σε θέση να κατανοήσει τα λεγόμενά του, έτσι, μια ιδιαίτερα βαρετή μέρα, τον ικέτευσε να κάνει ένα από τα μαγικά του. Ο Άνθρωπος τότε πρόφερε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια, έπειτα χτύπησε τα χέρια του τρεις φορές, με δύναμη. Ξαφνικά, μπροστά τους πήρε σάρκα και οστά ένα τρομακτικό πλάσμα.

Έμοιαζε με μπάλα, αλλά δεν ήταν. Ανά στιγμές ήταν οβάλ, μετά γινόταν ορθογώνιο. Από εκείνο το αδιαφοροποίητο αμάλγαμα ξεπρόβαλλαν πολύ μακριά νύχια που στρέφονταν προς τα μέσα. Αγκαθωτά ασημένια μαλλιά που έμοιαζαν να μην έχουν γνωρίσει ποτέ ψαλίδι κάλυπταν το πρόσωπό του και τυλίγονταν γύρω απ’ το σώμα του σαν μπερδεμένος ιστός αράχνης. Πάνω από μια μικροσκοπική μύτη, λαμπύριζαν δυο μάτια μικρά σαν σχισμές. Δεν είχε αφτιά και το στόμα έμοιαζε να έχει παγώσει σ’ ένα ατέλειωτο χασμουρητό.

Η Τίγρη πισωπάτησε τρομοκρατημένη. «Ποιος είναι;» «Ο δαίμονας που ήταν πιο κοντά μας». «Δηλαδή;» «Ο Δαίμονας της Πλήξης». Παρατηρώντας τον καλύτερα, η Τίγρη αντιλήφθηκε ότι το σώμα του ανέδιδε κάτι σαν ομίχλη. Όσο περισσότερο την πλησίαζε, τόσο πιο πολύ ένιωθε να την τυλίγει μια ακατανίκητη ραθυμία. Ο Άνθρωπος χτύπησε τρεις φορές τα χέρια του, προφέροντας άλλες άγνωστες λέξεις, και ο Δαίμονας, ξαφνικά, εξαφανίστηκε. Η Τίγρη αισθάνθηκε μεμιάς καλύτερα. «Να θυμάσαι ότι οι δαίμονες είναι σαν τα σκυλιά, λατρεύουν τη συντροφιά του ανθρώπου. Πρέπει να είσαι πάντα πολύ προσεκτική. Αν τους καλέσεις ή τους αφήσεις να πλησιάσουν, υπάρχει ο κίνδυνος να μην ξαναφύγουν πια».

«Δείξε μου την αντίθετη ενέργεια απ’ τον Δαίμονα», είπε μετά η Τίγρη. Τότε ο Άνθρωπος πήρε ένα μικροσκοπικό καμπανάκι από την τσέπη του και βάλθηκε να τραγουδάει με μια φωνή που δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι μπορεί να είχε, εναλλάσσοντας το τραγούδι με την τρίλια του κουδουνιού. Για κάποιο διάστημα που στην Τίγρη φάνηκε πολύ μεγάλο δεν συνέβη τίποτα, έπειτα όμως, εντελώς ξαφνικά, από το βάθος του ξέφωτου εμφανίστηκε στροβιλιζόμενη μια γιγάντια φωτεινή δίνη, που έμοιαζε να εμπεριέχει όλα τα χρώματα και τις αποχρώσεις του σύμπαντος. Βλέποντάς τη να καταφθάνει, η Τίγρη ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τον ορμητικό αέρα ενός σίφουνα, αλλά όταν πέρασε πάνω απ’ τα κεφάλια τους, συνειδητοποίησε ότι η μοναδική δύναμη που ήταν κλεισμένη εκεί μέσα ήταν αυτή ενός χαδιού.

Εκτός απ’ τα χρώματα, εκείνο το παράξενο φαινόμενο διέχεε και όλα τα αρώματα που υπήρχαν στην πλάση. «Τι είναι;» ρώτησε τον Άνθρωπο μόλις τους προσπέρασε. «Είναι η Ενέργεια που κάνει τα πάντα να βλασταίνουν, που φουσκώνει τα μπουμπούκια και, την κατάλληλη εποχή, τα μεταμορφώνει σε λουλούδια».

Απόσπασμα από το βιβλίο της Susanna Tamaro “Η Τίγρη που θέλησε να γίνει ακροβάτης”